Menu

A+ A A-

Οι δηλώσεις Μητσοτάκη μετά την συνάντηση με τη ΚΕΔΕ

  • Κατηγορία: ΚΕΔΚΕ

Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης είχε σήμερα την ευκαιρία να συναντηθεί με το Δ.Σ της Κ.Ε.Δ.Ε. για να συζητήσει με τους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για απόδοση του ΕΝΦΙΑ στους δήμους. Τόσο κατά την αρχική τοποθέτησή του όσο και κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει το περίγραμμα της σημαντικής μεταρρύθμισης που εξήγγειλε και να προτείνει τη σύσταση ομάδας εργασίας στην οποία θα συμμετέχουν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και της ΚΕΔΕ με στόχο την βέλτιστη εξειδίκευση της πρότασής της. Από την πλευρά τους, οι εκπρόσωποι της ΚΕΔΕ που πήραν τον λόγο, τάχθηκαν στην πλειοψηφία τους  υπέρ της προτεινόμενης αλλαγής ενώ ο Πρόεδρος της, κ. Γιώργος Πατούλης σημείωσε πως πρόκειται για μία θετική βάση από την οποία μπορεί να ξεκινήσει ο διάλογος μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και των Δήμων.
 
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, πήρε τον λόγο και ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και σύμβουλος του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, κ. Γιώργος Γεραπετρίτης ο οποίος, απαντώντας στις αιτιάσεις περί αντισυνταγματικότητας της πρότασης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σημείωσε πως όχι μόνο δεν υπάρχει ζήτημα αντισυνταγματικότητας, αλλά με βάση άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος γίνεται πράξη η συνταγματική επιταγή για αποκέντρωση. Πρόσθεσε, δε, πως όλα όσα αναφέρονται για τον τρόπο είσπραξης και το εύρος της επιβάρυνσης είναι τεχνικά ζητήματα για τα οποία μπορούν να εξευρεθούν λύσεις.
 
Ακολουθούν σημεία από την εισαγωγική τοποθέτηση του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας:
     Πιστεύουμε σε μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία στηρίζεται στη βαθιά μου πεποίθηση ότι το αποκεντρωμένο κράτος λειτουργεί καλύτερα από το συγκεντρωτικό κράτος. Και ότι όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στις ανάγκες, στα προβλήματα, και στις ελπίδες και στα οράματα των πολιτών τόσο πιο αποτελεσματικοί θα είμαστε στο να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα τους.     Θέλουμε πάνω απ’ όλα να βοηθήσουμε την αυτοδιοίκηση να βοηθήσει τον εαυτό της. Στο πλαίσιο αυτό, και έχοντας επεξεργαστεί μαζί με τους συνεργάτες μου, τους αρμόδιους τομεάρχες, το νομικό μας επιτελείο, τη γραμματεία αυτοδιοίκησης, τη γραμματεία προγράμματος, τις προτάσεις μας για την αυτοδιοίκηση, είχα την χαρά να εξαγγείλω στη 83η ΔΕΘ μια πάρα πολύ σημαντική, κατά την άποψη μας, μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία. Μια τομή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την οργάνωση του κράτους. Μια τομή η οποία πιστεύω ότι κάνει πράξη ένα χρόνιο αίτημα  της αυτοδιοίκησης: να μπορεί να διαχειρίζεται η ίδια τα του οίκου της, έχοντας τη δυνατότητα να μπορεί η ίδια να καθορίζει, να επιβάλλει, και στη συνέχεια να διαθέτει φόρους τους οποίους θα μπορεί η ίδια να εισπράττει.     Κατά συνέπεια, η πρόταση την οποία έχουμε καταθέσει και την οποία επεξεργαζόμαστε είναι πολύ συγκεκριμένη. Το 2021, 200 χρόνια μετά την Ελληνική επανάσταση, μια εμβληματική ημερομηνία για τη χώρα, να μπορούμε να μεταφέρουμε την αρμοδιότητα για τον φόρο ακίνητης περιουσίας -αυτό το οποίο  αποκαλούμε σήμερα ΕΝΦΙΑ- από το κεντρικό κράτος στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ώστε να μπορεί η τοπική αυτοδιοίκηση να καθορίζει -ενδεχομένως μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο μπορούμε να καθορίσουμε και να συζητήσουμε- το ύψος της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας και στη συνέχεια να μπορεί, προφανώς με τη βοήθεια του κράτους να εισπράττει αυτούς τους φόρους και να τους διαθέτει αποδίδοντας πάντα τελικό λογαριασμό στους ίδιους τους δημότες.     Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μια τέτοια πρωτοβουλία ενδυναμώνει την αυτονομία, την ανταποδοτικότητα, τη διαφάνεια, και τη λογοδοσία. Ο πολίτης μπορεί να αντιλαμβάνεται πολύ καλύτερα πού πηγαίνουν τα χρήματα τα οποία ο ίδιος πληρώνει και ο αιρετός, βέβαια, λογοδοτεί και για τα έσοδα αλλά και για τις δαπάνες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι με αυτόν τον τρόπο ενδυναμώνεται η ίδια η πρόσβαση των πολιτών στα κέντρα λήψης αποφάσεων.     Βελτιώνεται και η ίδια η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Διότι ο πολίτης θα γνωρίζει πολύ καλά ότι αν ο Δήμαρχος επιλέξει να αυξήσει π.χ. τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας ότι θα έχει περισσότερες απαιτήσεις από αυτόν στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Από την άλλη, αν επιλέξει να μειώσει το φόρο Ακίνητης Περιουσίας, θα πρέπει να μπορεί να είναι σίγουρος ο δήμαρχος ότι μπορεί να τα βγάζει πέρα μέσα στο πλαίσιο ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και χωρίς να υπονομεύονται με αυτόν τον τρόπο οι υπηρεσίες που ο δήμος θα παρέχει  στους πολίτες.
     
    Ενδυναμώνουμε και την ίδια τη δημοσιονομική αλληλεγγύη μεταξύ των δήμων. Διότι είναι ξεκάθαρο ότι στα πρώτα χρόνια λειτουργίας τουλάχιστον αυτού του θεσμού θα πρέπει να υπάρχει ένας εξισορροπιστικός μηχανισμός ο οποίος θα δίνει τη δυνατότητα σε αυτούς τους οποίους μπορούμε να αποκαλούμε ενδεχομένως φτωχότερους δήμους, αυτούς δηλαδή που σήμερα τα συνολικά έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ υπολείπονται των εσόδων που εισπράττουν οι δήμοι από τον τακτικό προϋπολογισμό, να μην υπολείπονται και να μην έχουν κάποιο κενό το οποίο θα οδηγήσει στη συνέχεια στην υποβάθμιση των υπηρεσιών τους.     Έχω ακούσει αρκετή κριτική ότι η πρόταση την οποία έχουμε καταθέσει έχει ζητήματα συνταγματικότητος. Θα ήθελα, λοιπόν, να θυμίσω -και στη συνέχεια, αν χρειαστεί, να δώσω το λόγο και στον καθηγητή τον κ. Γεραπετρίτη- ποια είναι η συνταγματική επιταγή του άρθρου 102 του Συντάγματος, συγκεκριμένα της παρ. 5. Διαβάζω: “Το κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των Ο.Τ.Α., με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας  κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τον καθορισμό και την είσπραξη τοπικών εσόδων από τους Ο.Τ.Α”. Κατά την άποψή μας, η μεταρρύθμιση την οποία προωθούμε κάνει για πρώτη φορά πράξη ακριβώς αυτήν την επιταγή αυτού του άρθρου του Συντάγματος που επί της ουσίας είχε παραμείνει ένα άρθρο χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.     Θεωρούμε, λοιπόν, ότι η μεταρρύθμιση την οποία έχουμε προτείνει είναι μια μεταρρύθμιση εμβληματική στο πλαίσιο της αποκέντρωσης, της μεταφοράς πόρων και αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αλλά προφανώς για να μπορεί  να πετύχει μια τέτοια μεταρρύθμιση  χρειαζόμαστε την Τοπική Αυτοδιοίκηση αρωγό. Χρειαζόμαστε αρωγό και στα πρώτα δύσκολα βήματα στη μεταβατική περίοδο, δηλαδή μέχρι που να ισορροπήσει πλήρως το σύστημα, αλλά τη χρειαζόμαστε και αρωγό στη συνέχεια. Και σίγουρα -θέλω να το τονίσω αυτό- καμία τέτοια εμβληματική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει ερήμην των δήμων. Μπορεί να γίνει μόνο σε συνεργασία με την Τ.Α., ακούγοντας όλες τις προτάσεις και καταλήγοντας σε μια γόνιμη και δημιουργική σύνθεση.     Γι’ αυτό και η πρότασή μου, αγαπητέ Πρόεδρε είναι, αφού σας ακούσουμε σήμερα μετά τη σημερινή συνάντηση,  να δημιουργήσουμε -εμείς το έχουμε ήδη κάνει στο επίπεδο του κόμματος- μια συγκεκριμένη ομάδα εργασίας η οποία θα  επεξεργαστεί σε πολύ μεγαλύτερη  λεπτομέρεια τη συγκεκριμένη μας πρόταση και να βάλουμε κάτω τα δημοσιονομικά, να δούμε με ποιον τρόπο θα λειτουργήσει ο μεταβατικός αυτός μηχανισμός δεδομένα,  έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε για να μπορούμε να καταλήξουμε στη μέγιστη δυνατή σύνθεση.     Σκοπός μας δεν είναι να αιφνιδιάσουμε κανέναν. Έχουμε δρομολογήσει, πιστεύω, ένα πλαίσιο ειλικρινούς διαλόγου με την Τ.Α., το έχουμε αποδείξει αυτό έμπρακτα, έχουμε πει ότι δεν θέλουμε να κάνουμε μεγάλες μεταρρυθμίσεις χωρίς να έχουμε συζητήσει πρώτα με την αυτοδιοίκηση. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση η οποία συστηματικά εργαλειοποιεί το θεσμό της αυτοδιοίκησης, προσδοκώντας ενδεχομένως σε άλλου είδους πολιτικά οφέλη. Το είδαμε ξεκάθαρα και με την περίπτωση  της αλλαγής του εκλογικού νόμου όπου προχώρησε σε μια κίνηση, έχοντας τη μεγάλη πλειοψηφία των δήμων, αλλά και των περιφερειών απέναντι.     Αν δεν τολμήσουμε κάποια στιγμή να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οργάνωση του κράτους με μεγάλες, τολμηρές και εμβληματικές πρωτοβουλίες, θα γυρίσουμε ενδεχομένως σε 10 χρόνια και θα αναρωτιόμαστε πάλι γιατί η Τ.Α. στη χώρα μας είναι τόσο αδύναμη, γιατί διαχειρίζεται τόσο λίγους πόρους και γιατί τελικά το κράτος μας παραμένει ένα κράτος υδροκέφαλο, υπερσυγκεντρωτικό και το οποίο δεν βρίσκεται κοντά στις απαιτήσεις και τις ανάγκες των πολιτών.

Share