Menu
A+ A A-

Ο Κοινωνικός Ελεγχος με σωστά βήματα

Πολύ ορθά η κυβέρνηση έχει αναδείξει την αξία του Κοινωνικού Ελέγχου σε θεμελιώδη αρχή για την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της οικονομικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Καλλικράτη.
Στο ίδιο επίπεδο άλλωστε ψηλά στην ατζέντα της συζήτησης βρίσκεται το θέμα του Κοινωνικού Ελέγχου και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι θεσμοί νιώθουν την κοινωνική απαξίωση να απειλεί ακόμη και την επιβίωσή τους.

Πρόκειται για ένα μείζον θέμα: εξωστρέφειας του κράτους, εξυπηρέτησης του πολίτη διατήρησης της ίδιας της κοινωνικής συνοχής, βιώσιμης οικονομίας και ποιότητας ζωής. Αν οι πολίτες αποκτήσουν πραγματικό λόγο στις διαδικασίες προμηθειών, μελετών και έργων, τότε θα αλλάξει συθέμελα όλο το σύστημα δημόσιας διοίκησης και το παραγόμενο προϊόν της.

Μόνο που μια τέτοια στροφή σήμερα επιχειρείται να γίνει, μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα αντιφάσεων και αντίρροπων συμπεριφορών... και συμφερόντων.

Από τη μία οι πολιτικές ηγεσίες και ιδιαίτερα οι δημοτικές αρχές επιθυμούν την κοινωνική συναίνεση και την διατύπωση της κοινής γνώμης, από την άλλη όμως την αντιμετωπίζουν σαν τον διάολο το λιβάνι όταν εντός της διαδικασίας βρίσκονται μπροστά στην δημόσια διαβούλευση. Οι δημοτικές αρχές παλινδρομούν μεταξύ του «να κατανοήσει ο πολίτης τι θέλουν να κάνουν, να ακούσουν αντιρρήσεις και κινδύνους εκ των προτέρων» και του «ο καθένας λέει ότι του κατέβει στο κεφάλι».

Από τη μία, μια σειρά νόμων επιβάλλουν τη συμμετοχή, τη διαφάνεια και τον διάλογο, από την άλλη μια άλλη σειρά νόμων απαλλάσσει τις αναθέτουσες αρχές (πολιτικές και μη) από κάθε υποχρέωση λογοδοσίας και τεκμηρίωσης.
Η Ανάληψη Υποχρέωσης Δαπάνης δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, ούτε τηρείται στις προκηρύξεις. Μεγάλα έργα δεν φτάνουν ούτε στο δημοτικό συμβούλιο, αν τη μελέτη την έχει κάνει η Τεχνική Υπηρεσία. Στους προϋπολογισμούς των δήμων δεν υπάρχουν εκθέσεις και προμελέτες των κωδικών, με αποτέλεσμα ούτε οι ίδιοι οι δημοτικοί σύμβουλοι να γνωρίζουν τι ψηφίζουν και ενώ προβλέπονται δεκατρείς έλεγχοι νομιμότητας, κανείς και ποτέ δεν ασχολείται με το φυσικό αντικείμενο των έργων και των προμηθειών, όπου βρίσκεται και η ουσία των επιδόσεων της δημόσιας διοίκησης.

Οι μελέτες είναι διάτρητες και ακατανόητες. Δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα, δεν εμφανίζουν τους πραγματικούς κινδύνους και δεν λύνουν στην ουσία τους τα προβλήματα. Ο πολίτης όταν σε σπάνιες περιπτώσεις συμμετέχει στην δημόσια διαβούλευση βλέπει κάτι ιδεατό, που αποκρύπτει τις άσχημες επιπτώσεις, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με αυτό που θα απολαύσει το τέλος.
Αντίστοιχα σειρά νόμων απαλλάσσουν έργα και προμήθειες, από την επιστημονική τεκμηρίωση των μελετών, ενώ ακόμη και εκεί που προβλέπονται οι μελέτες είναι σχεδόν εικονικές και ατεκμηρίωτες χωρίς σαφείς προδιαγραφές, ενώ υπόσχονται πράγματα τα οποία ποτέ ο πολίτης δεν θα δει.
Βλέπε π.χ. τις μελέτες Βιώσιμης Κινητικότητας. Ποτέ δε ελέγχθηκε αν αυτό που βλέπει ο πολίτης σε μια δημόσια διαβούλευση, είναι κάτι που θα εξασφαλίσει Βιώσιμη Κινητικότητα στη γειτονιά του.

Παρά τα άλματα που έγιναν στην Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση, η Διαύγεια παραμένει μια χαοτική πλατφόρμα, ενώ το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων απαιτεί μια υψηλή εξειδίκευση για να αποτελέσει μια αποτελεσματική μηχανή ανίχνευσης και ανάσυρσης δεδομένων από έναν απλό πολίτη.
Ακόμη και οι αναρτήσεις στην ΔΙΑΥΓΕΙΑ γίνονται τις περισσότερες φορές για τυπικούς λόγους, χωρίς να εξυπηρετούν σε καμία περίπτωση τη αρχή της διαφάνειας αφού δεν περιέχουν ουσιαστικά στοιχεία.

Οι θεσμοί όπως η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης ή ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης αποτελούν οράματα, αφού στη πράξη δεν λειτουργούν αν δε υπάρχει η πολιτική βούληση των τοπικών αρχών. Και στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργούν δυσφημιστικά για τους ίδιους τους θεσμούς δημιουργώντας μια συνείδηση: ότι όλα αυτά είναι άχρηστες γραφειοκρατικές αερολογίες.

Η ίδια η δημόσια διοίκηση στέκεται καχύποπτα έως εχθρικά στο δικαίωμα πρόσβασης του πολίτη στα δημόσια δεδομένα και διακατέχεται από μια αντίληψη ότι το κράτος αποτελεί ένα κλειστό πεδίο με κέλυφος, που προτεραιότητα έχει να αυτοσυντηρείται και να λειτουργεί σύμφωνα με τις δικές του εσωτερικές ανάγκες.
Οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι, έχουν την άποψη ότι υπάρχουν ήδη αρκετοί έλεγχοι που παρακωλύουν αδικαιολόγητα το έργο τους και σαφώς δεν χρειάζεται ένας παραπάνω - ο κοινωνικός έλεγχος. Παρά τους νόμους που υπάρχουν αυτήν την αντίληψη, την μετατρέπουν σε πράξη με την συμπεριφορά τους.

Και όλο αυτό το πλέγμα τελικά, επιχειρείται να ελεγχθεί κοινωνικά, από μια αδιάφορη και δύσπιστη κοινωνία που αντιδρά μόνο, όταν θιχτεί ένα επαρκές άθροισμα ατομικών συμφερόντων και το σύνηθες είναι να απογοητεύεται και αυτό, όταν αντιμετωπίζει αυτό που λαϊκά αποκαλούμε τυπικούρες, όπως νομιμοποιημένες αποφάσεις μετά παρέλευσης χρόνου «επειδή δεν συνεδρίασε η αρμόδια επιτροπή» ή απόρριψη, επειδή δεν έγραψαν πάνω στο κείμενο «ΑΝΑΦΟΡΑ» αλλά «ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΣΤΕ».
Η απαραίτητη πρόσληψη δικηγόρου με τα σχετικά έξοδα, αν αυτός είναι εξειδικευμένος, δεν μπορεί βέβαια να συνιστά παράγοντα Κοινωνικού Ελέγχου.

Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτήν την εικόνα παίζουν και τα ΜΜΕ τα οποία χαρακτηρίζονται από μια γνωστική ανεπάρκεια για το αντικείμενο των δημόσιων συμβάσεων και μια εμμονή στις πολιτικές και όχι τις τεχνοκρατικές διαστάσεις των αντικειμένων. Η κατάρτιση στελεχών των ΜΜΕ είναι θεμελιώδης σε μια διαδικασία Κοινωνικού Ελέγχου, αφού αυτά ουσιαστικά αναλαμβάνουν να εξηγήσουν στον κόσμο το τι συμβαίνει, τι προβλέπεται να γίνει και το σημαντικότερο να καταγράψουν το τι ειπώθηκε πραγματικά.

Και η όλη δομή του συστήματος συμπληρώνεται από εταιρείες και τεχνοκράτες που συντηρούν ένα διαρρυθμισμένο βολικά σύστημα, χωρίς καμία διάθεση αμφισβήτησης και ως μελετητές και ως προμηθευτές. Το μόνο που δεν λειτουργεί στις δημόσιες συμβάσεις, είναι ο υγιής ανταγωνισμός και αυτό διότι ο τελικός χρήστης δεν έχει καμία συμμετοχή στην διαδικασία και κανένας δεν ενδιαφέρεται να για το τι πιστεύει αυτός ως «καταναλωτής». Η αξιολόγηση υπηρεσιών και έργων από τους πολίτες είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο Κοινωνικού Ελέγχου και αγνοείται παντελώς από κάθε σχεδιασμό.

Η έλλειψη βέβαια του κοινωνικού ελέγχου στον οποίο κατ΄ ουσίαν όλοι οι εμπλεκόμενοι αντιδρούν, αποτελεί και την θεμελιώδη λίθο του παθογενούς συστήματος της Δημόσιας Διοίκησης.

Οι επιπτώσεις της έλλειψης Κοινωνικού Ελέγχου είναι πολύμορφες:
Τεράστια σπατάλη που την πληρώνουν τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα διότι αυτά είναι κυρίως οι χρήστες και διότι αυτά δεν μπορούν να έχουν εναλλακτικές διεξόδους αυτοεξυπηρέτησης. Κακής ποιότητας και μικρής βιωσιμότητας έργα, υπηρεσίες και προμήθειες. Επιβλαβείς λειτουργίες και αγαθά για το περιβάλλον, την ασφάλεια και την εξοικονόμηση πόρων.

Και εδώ λειτουργεί ένα σωρευτικό φαινόμενο. Όσο ο πολίτης δεν μπορεί να καταλάβει γιατί απολαμβάνει τόσο κακής ποιότητας υποδομές και υπηρεσίες σε σχέση με αυτά που πληρώνει, τόσο απομακρύνεται από το δημόσιο γίγνεσθαι, τόσο η Δημόσια Διοίκηση αυθαιρετεί και τόσο λιγότερο αποδίδει.

Κι έτσι καταλήγουμε σε μια απίστευτη και παράλογη γραφειοκρατία τυπικών και ανούσιων διαδικασιών που το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να εμποδίζει τις επιδόσεις και να μειώνει την ποιότητα.

Και αυτό που πρέπει να καταλάβουν όλοι οι αρμόδιοι αλλά και ο κόσμος είναι ότι το βασικό αίτιο της παθογένειας της δημόσιας διοίκησης δεν είναι η «ΔΙΑΦΘΟΡΑ» αλλά η «ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ».

Η κυβέρνηση λοιπόν αν θέλει πραγματικά να ανατρέψει αυτή την εικόνα και να δημιουργήσει αυτό που ονομάζει ανασυγκρότηση, πρέπει να λύσει δύο ζητήματα:
Να σπάσει νομικά την αντίδραση της Δημόσιας Διοίκησης στον κοινωνικό έλεγχο και να δημιουργήσει μικρούς και ευέλικτους κοινωνικούς θύλακες ελέγχου.

Και η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι το καταλληλότερο πεδίο για να λειτουργήσει ως μοντέλο ο Κοινωνικός Έλεγχος.

Αφαιρώντας κάθε διαδικασία ελέγχου από την Δημόσια Διοίκηση να καταργήσει κάθε παρελκυστική γραφειοκρατία.
Ταυτόχρονα να ενισχύσει στο μέγιστο την αποτελεσματικότητα των «καταγγελιών» με ποινή απόλυσης και αργίας κάθε εμπλεκόμενου εργαζόμενου ή αιρετού. Να ενισχύσει στο έπακρο τον ελεγκτικό ρόλο της αντιπολίτευσης και των συλλογικοτήτων. Εδώ ο Συμπαραστάτης του Πολίτη θα μπορούσε να μετατραπεί και σε έμμισθο δικηγόρο πολιτών και αιρετών που δεν θα είχε μόνο γνωμοδοτικό χαρακτήρα, αλλά και δικαίωμα καταγγελιών και ο ίδιος ως εκπρόσωπος, στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Δημόσιας Διοίκησης.

Ταυτόχρονα θα πρέπει να θεσμοθετηθεί Παρατηρητήριο Πολιτών με την συμμετοχή «όποιου ενδιαφέρεται» με καθαρά τεχνοκρατικό χαρακτήρα. Αυτό το Παρατηρητήριο Πολιτών θα είναι υποχρεωμένο να συντάσσει κάθε χρόνο μια έκθεση που θα αναρτάται ηλεκτρονικά σε πλατφόρμα για αξιολόγηση και θα ενεργοποιεί τους Επιθεωρητές Δημόσιας Διοίκησης.
Απαραίτητη προϋπόθεση τα μέλη του Παρατηρητηρίου με διετή θητεία να περνάνε από σεμινάρια σε συνεργασία με το ΕΚΔΑΑ. Σ΄ αυτά τα σεμινάρια θα συμμετέχουν και τα στελέχη των ΜΜΕ που προανέφερα.
Δεν θα ήταν άσχημη σκέψη η συμμετοχή με συνέπεια σ΄ αυτό το Παρατηρητήριο να περιλαμβάνει και κίνητρα απαλλαγών.

Αυτό είναι ένα πρώτο βήμα Κοινωνικού Ελέγχου και όχι ένα ευχολόγιο με μηχανισμούς δήθεν δημοκρατικής συμμετοχής, όπου θεσμοί σφραγίδες θα πλουτίσουν το βιογραφικό ενός Υπουργού.

Είναι σαφές ότι ο Κοινωνικός Έλεγχος όπως το διαπιστώνει και ο παγκόσμιος επιστημονικός προβληματισμός, είναι το μόνο εργαλείο για την αποτελεσματική λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, καθώς αυτή έχει αναπτύξει αντισώματα πια στους γνωστούς διοικητικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Όμως με το να υιοθετήσουμε ακόμη μια φορά, την μέθοδο της «φαντασιακής θέσμισης» του Κοινωνικού Ελέγχου, θα δημιουργήσουμε ένα ακόμη άλλοθι και δεν θα κάνουμε τίποτα άλλο παρά να θωρακίσουμε την αδιαφάνεια, την έλλειψη λογοδοσίας και όλες τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης και τελικά την απαξίωση του ίδιου του δημόσιου γίγνεσθαι.
Και έτσι οι φανατικοί υπερασπιστές του δημόσιου χαρακτήρα αγαθών και υπηρεσιών, θα σπρώξουν ακόμη πιο γρήγορα τις κρατικές αρμοδιότητες στην ιδιωτικοποίηση.

Share